Άφησε τον κόσμο πίσω του και αποφάσισε να ταξιδέψει. Κι άλλες φορές το είχε σκεφτεί αλλά τότε φαινόταν σαν όνειρο. Πλέον αυτό ήταν πραγματικότητα. Βγήκε απ’ το ταξιδιωτικό πρακτορείο και κατέβηκε με τα πόδια. Ήταν τόση η λαχτάρα του που ούτε καν σκέφτηκε το ασανσέρ. Ούτε καν να πατήσει το διακόπτη για το φως στο διάδρομο. Έτρεχε στις σκάλες σαν παιδί. Σκόνταψε, κρατήθηκε και τον έπιασε νευρικό γέλιο.

Συνέχισε να τρέχει μέχρι κάτω· στο ισόγειο. Εκεί βρήκε φως και μια πόρτα. Την άνοιξε ξεχύθηκε στον πεζόδρομο της Πιττάκη. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά, με τα «φωτιστικά» να στολίζουν το στενάκι, κάνοντάς τον να χαθεί στο όνειρο. Τσάκισε τον φάκελο και τον έβαλε στην κωλότσεπη. Ένας σκύλος ξάπλωσε στη μέση του δρόμου, ένας περίεργος τύπος κρύφτηκε πίσω απ’ τις σκουριές μιας πόρτας και ήχος μουσικής ακούστηκε απ’ το νεοκλασικό με τα graf­fi­ti στη γωνία. Τόσες φορές είχε περπατήσει στο στενό αυτό, πρώτη φορά το παρατηρούσε. Λες και ήταν από φωτογραφία. Σαν και αυτές που είχε ψάξει στο inter­net λίγο πριν το αποφασίσει. Σαν αυτές που θα έφερνε στη μνήμη του όταν θα επέστρεφε.

Περπάτησε μετρώντας τις πλάκες και ήταν σαν να είχε φύγει ήδη. Σαν να ήταν κιόλας εκεί. Δευτερόλεπτα μετά και το κινητό του χτύπησε· στην άλλη κωλότσεπη.

«Καλησπέρα… η Αγγελική είμαι απ’ το Sky­dream Trav­el. Φύγατε λίγο βιαστικά πριν και ξεχάσατε να πάρετε τη visa σας».

Γύρισε πίσω. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν μακριά. Ακόμα στις ίδιες πλάκες περπατούσε.

Δεν ανέβηκε. Μόνο φώναξε στη μέση του δρόμου και ένα χαμόγελο ξεπρόβαλε απ’ τα παράθυρα του ταξιδιωτικού γραφείου.

«Μπορείτε να μου πετάξετε τη visa… να μην ανεβαίνω πάλι;»

Έτσι κι έγινε.

Κάπως έτσι θα είναι κι εκεί; σκέφτηκε και στρίμωξε τη visa στην ίδια κωλότσεπη.

Pin It on Pinterest